Γράμμα απ’ την θάλασσα

Καλή σου μέρα αγαπημένε μου,

    σήμερα, πριν ξεκινήσω για την δουλειά, σου γράφω για να σου διηγηθώ το όνειρό μου, σαν να έχεις ξυπνήσει δίπλα μου, όπως τον καιρό που είσαι εδώ στο σπίτι μας στις άδειές σου.
    Είδα λοιπόν ένα περίεργο όνειρο, λίγο τρομακτικό αλλά και-πώς να το πω;-γεμάτο επιθυμία και ελπίδα. Κρατούσα λέει στα χέρια μου το γράμμα σου που μόλις είχα λάβει για να το διαβάσω αλλά-απ’ τη χαρά μου;-έβλεπα θολά τα γράμματά σου.
Μπορούσα να διακρίνω μόνο τις κοφτές ευθείες απ’ τα μι, το μεγαλόπρεπο δέλτα, το κεφαλαίο έψιλον αλλά έτερον ουδέν. Σαν να ήταν μια μακρινή επιγραφή που όμως δεν γινόταν πιο ευανάγνωστη ούτε όταν πλησίαζα. Κούνησα και με τα δυό χέρια το χαρτί μπρος-πίσω, για να βρώ την θέση που θα ξεθόλωνε και θα κατάφερνα να διαβάσω τα νέα σου, τις σκέψεις σου και τις λέξεις που μικραίνουν την απόσταση που μας χωρίζει. Αδύνατον. Η όρασή μου δεν βοηθούσε.
   ΄Αφησα το γράμμα στο τραπέζι ενώ τα χέρια και τα μάτια μου ρωτούσαν κάποιον αόρατο άνθρωπο αν θα μπορούσε να με βοηθήσει.
«Τι συμβαίνει; Τι έπαθα;» ρώτησα το κενό.
    Οι σελίδες, μόλις ξεδιπλωμένες απ΄το φάκελο, έμοιαζαν με άσπρα κύματα που κουβαλούσαν μπλέ γραμμές. Κοίταξα γύρω-γύρω το δωμάτιο λες και κάπου στους τοίχους ή στα έπιπλα να βρισκόταν η θεραπεία για το ξαφνικό που με είχε βρεί. 
    Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για να καθαρίσω την όρασή μου και ξανακοίταξα τα χαρτιά απο μακριά, σαν να ήταν άγνωστο αντικείμενο με μυστηριώδη χρησιμότητα. «Δεν είναι δυνατόν», σκέφτηκα. «Το γράμμα είναι εδώ κι εγώ στραβώθηκα.»
Το πλησίασα, ελπίζοντας πως ότι κι αν είχε συμβεί, ήταν στιγμιαίο και είχε ήδη περάσει. ΄Εσκυψα πάνω του, καμμία διαφορά, καμμία βελτίωση.
    Ακούμπησα με την πλάτη στον τοίχο κι έμεινα να το παρατηρώ απελπισμένη, σχεδόν πανικόβλητη. Ενώ ήταν το αγαπημένο χειρόγραφό σου που διαβάζω πάντα σαν να περιέχει τα πιο σημαντικά νέα τού κόσμου κι ας μου γράφεις τόσο συχνά, ενώ ήθελα να ρουφήξω μια φορά τις λέξεις, μετά να το ξαναδιαβάσω πιο ήρεμα και τέλος μια-μια τις πιο όμορφες απ’ τις φράσεις σου, παρ’ όλα αυτά, παρά τις προθέσεις και την επιθυμία μου, τα χαρτιά έμεναν κυματιστά και κρυπτογραφημένα στο τραπέζι και τα νέα σου απρόσιτα στα μάτια μου.
    Το ξαναπήρα στα χέρια μου, κοίταξα τη δεύτερη και την τρίτη σελίδα. Γιατί;
Ελπίζοντας οτι είχε βλάβη η πρώτη ενώ οι υπόλοιπες ήταν εντάξει; ΄Ιδιο αποτέλεσμα. Τις παράτησα κι οπισθοχώρησα σαν να ήταν κάτι φοβιστικό ή αηδιαστικό.
Το παράπονο και η αγανάκτηση μού είχαν φέρει δάκρυα στα μάτια που θόλωσαν περισσότερο την εικόνα απ’τις σελίδες. Τις κοίταζα νοιώθοντας αδικημένη, σαν να με κορόιδευαν και να γελούσαν σε βάρος μου. Φοβόμουν πια οτι είχαν δική τους βούληση κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας δυσκολέψουν τη ζωή, αυτές που η χρησιμότητά τους είναι να μας φέρνουν πιο κοντά όταν εσύ ταξιδεύεις.
    Τότε ήταν που ενώ τις παρατηρούσα σαν απειλητικές αντιπάλους που σε λίγο θα χρειαζόταν να αναμετρηθώ μαζί τους και προσπαθούσα να υπολογίσω τη δύναμή τους, αιωρήθηκαν.
Λίγο, πολύ λίγο πάνω απ’ το τραπέζι, τόσο που μου φάνηκε σαν παιχνίδι των δακρύων μου. Πριν προλάβω να αμφισβητήσω πάλι την όρασή μου, ανασηκώθηκαν πάλι, έτσι κυματιστές όπως τις είχες διπλώσει στα τέσσερα κατά μήκος των γραμμών τους. Ζύγισαν λίγο τα φτερά τους που ήταν ακόμα ζουληγμένα απο το φάκελλο, έκαναν δεξιά-αριστερά σαν να είχαν φυσήξει διαδοχικά δύο αντίθετα αεράκια και μετά ευγενικά, χωρίς εμφανείς απειλητικές διαθέσεις, ήρθαν κοντά μου.
Τόσο που είχα ανοίξει τα μάτια μου απ’ την έκπληξη, δεν είχαν πια δάκρυα και δεν είχα αμφιβολία γι’ αυτό που έβλεπα. Ταλαντεύτηκαν απαλά, πρώτα οριζόντια με σκέρτσο και μετά κάθετα, προκλητικά, σαν να μου έδειχναν οτι αποζητούσαν την προσοχή μου και την πίστη μου. Κούνησα το κεφάλι με τρόπο «και τώρα τί κάνω;» και η ταλάντωσή τους με προσκάλεσε σχεδόν με ανυπομονησία. Η γλώσσα του σώματος-η δική μου και των χαρτιών-εγκαθίδρυσε μια επικοινωνία που η γραφή και τα μάτια μου δεν είχαν καταφέρει νωρίτερα. Συνοφρυώθηκα, στράβωσα το στόμα κι όλα έλεγαν: πλάκα κάνεις!
   ΄Εγιναν ανυπόμονες κι επανέλαβαν εντονότερα την πρόσκλησή τους. Τι εννοούσαν; Οτι μπορώ να τις ακολουθήσω, να κάνουμε κάτι μαζί; Αυτό κατάλαβα στη γλώσσα του κόσμου και της διάστασης που με είχε μεταφέρει το γράμμα, αυτό που δημιουργήθηκε απο σένα, έφθασε σε μένα-με το ταχυδρομείο, είμαι σίγουρη!-και τελικά αυτονομήθηκε κι ανέπτυξε πρωτοβουλία.
   ΄Απλωσα το χέρι, έκανα να αγγίξω, να χαϊδέψω καθησυχαστικά όσο και με επίγνωση τού παραλόγου, τις ιπτάμενες σελίδες. Ανταποκρίθηκαν στην επαφή, σταθεροποιήθηκαν για να δηλώσουν την αξιοπιστία τους και να καθησυχάσουν τις αμφιβολίες μου. Με τα δυό χέρια κράτησα το πάνω μέρος τους δεξιά κι αριστερά, όπως θα τις κρατούσα για να διαβάσω.
΄Οχι όμως, δεν ήταν αυτό που ήθελαν να συμβεί. Ζητούσαν να σιγουρέψω το κράτημά μου, να ασφαλίσω τη θέση μου πάνω τους. Ναι,πάνω τους!
    Οι σελίδες, η μία πάνω στην άλλη τεντώθηκαν, σχεδόν ατσαλάκωτες κι ωστόσο κυματιστές μ’ ένα βολικό και άνετο τρόπο. Ναι αγάπη μου! Βολικό και άνετο.
Για να αιωρηθώ κι εγώ μαζί τους πάνω σε απαλές καμπύλες κι όχι κοφτερές γωνίες.
Σαν ιπτάμενο χαλί θα έλεγα, που είδα δει σε κινούμενα σχέδια και ήταν το μόνο που είχε την παραμικρή σχέση μ’ αυτό που αντίκρυζα. Είχα σαστίσει τόσες φορές νωρίτερα που είχα βαρεθεί να επαναλαμβάνομαι. Αν συνέχιζα το ίδιο βιολί θα ντρεπόμουν επειδή δεν μπορούσα να αποδεχθώ το προφανές. Αν δεν έμπαινα στο νόημα και στο παιχνίδι, φοβόμουν οτι θα έμενα στραβή και άτολμη μαζί. 
    Στον αέρα λοιπόν, άνετα απιθωμένη πάνω στις φράσεις σου που ήμουν σίγουρη οτι εξιστορούσαν την καθημερινότητά σου πάνω στο πλοίο και μίλαγαν για τις σκέψεις σου και για μάς. Που μου δήλωναν τα καθησυχαστικά σου αισθήματα και με διαβεβαίωναν πως αυτή η φάση της ζωής μας πλησίαζε στο τέλος της. Βολικά και στοργικά λοιπόν, οι σελίδες με πήραν πάνω τους, μαζί τους. Περισσότερο το ένοιωθα παρά το έβλεπα,αφού δεν ήμουν σίγουρη πού να δώσω την προσοχή μου. Πλάι, ψηλά, κάτω; Είχε σημασία; Θα έκανε την διαφορά;
    Κοίταξα αριστερά και είδα κοντά στο χέρι μου το «αγαπημένη». Αχ τι ωραία! Τα γράμματα ήταν πιά καθαρά, το ίδιο όπως και κάτι σύννεφα λίγο ψηλότερα, ασπρούλικα και διαθέσιμα να τα αγγίξω αν ήθελα. Ήθελα! Τεντώθηκα προς το μέρος τους και οι σελίδες τα πλησίασαν. Καμπύλωσα την παλάμη μου γύρω απ’ το σχήμα τους. Δεν έπιασα κάτι, είδα όμως να συννεφιάζει γύρω απ΄το χέρι μου που κρύωσε κιόλας, λίγο.
Ε, βέβαια! Τα σύννεφα δεν πιάνονται παρά τα θαύματα της μέρας, και πήρα το νοτισμένο και δροσερό χέρι μου για να το ακουμπήσω στο μάγουλό μου και να βεβαιωθώ οτι εξακολουθούσα να έχω σώμα με αισθήσεις ίδιες μ’ αυτές που γνώριζα μέχρι πριν λίγο. ΄Ημουν «εδώ»!
    Αναθάρρησα κι αποφάσισα να ανακαθίσω για να έχω ελευθερία κινήσεων. Ο φόβος είχε χάσει το νόημά του. Ξέρει κανείς τι είναι φόβος όταν ταξιδεύει πάνω σε σελίδες όπως-λέμε τώρα-σε ιπτάμενο χαλί; Καθιστή μπορούσα να δω μερικές ακόμα λέξεις που όμως διακόπτονταν απ’ το σώμα μου πάνω τους ή βρίσκονταν πίσω στην πλάτη μου. Δεν ανυπομονούσα να τις διαβάσω. ΄Ενοιωθα οτι αυτό που συνέβαινε άξιζε όλη την προσοχή μου. Ωστόσο κοίταξα το δεξί μέρος τού χαρτιού. Είδα ολοκάθαρα την ημερομηνία 24.5.1979, η χρονιά με τέσσερεις αριθμούς όπως
το συνηθίζεις και μου φαίνεται χαριτωμένα σχολαστικό, αφού δεν θα μπορούσε κάποιος σύγχρονός μας να το περάσει για 1879 ή 2079. ΄Ισως να προνοείς για τις επόμενες γενιές έτσι όπως νοιάζεσαι για όσους αγαπάς-και για μένα φυσικά. Η μέρα που γνωριστήκαμε πριν χρόνια. Η επέτειός μας, που σού είχα γράψει πόσο θα ήθελα με κάποιο τρόπο να περνάγαμε μαζί, να βρισκόμουν κοντά σου, να σε άγγιζα, να σε ένοιωθα, να σε χόρταινα για λίγο-όσο επιτρέπουν οι καταστάσεις που μας κρατούν μακριά. Την μέρα αυτή μου έγραψες κι εσύ! 
    «Ποιά μαγικά λόγια χάρισαν στο γράμμα σου την ιδιότητα να με ανεβάζει στα σύννεφα;» σκεφτόμουν ενώ ταξίδευα.
Ποιές ριζικές μεταβολές είχαν υποστεί ο χώρος και ο χρόνος, ώστε μετά τα δευτερόλεπτα των σκέψεών μου, το επόμενο που είδα να με περιβάλλει ήταν καθαρός ουρανός γύρω μου κι απέραντη θάλασσα απο κάτω;
Μπλέ, εκείνο το μπλέ που δεν βλέπουμε απ’ την στεριά, που παίρνει την απόχρωσή του απ’ τον ασυννέφιαστο ουρανό και το τρομακτικό βάθος τού νερού. Μια επιφάνεια που μοιάζει να είναι το δέρμα ενός πελώριου όντος που έχει ξαπλώσει στον ήλιο και που η όρασή μας μπορεί να αντιληφθεί μόνο ένα μέρος του. Σαν την αντανάκλαση που βλέπουμε στα γυαλιά μας όταν είμαστε ξαπλωμένοι στον καλοκαιρινό ήλιο και μισανοίγουμε τα μάτια μας. 
    Αυτό το δέρμα, η θάλασσα, γυαλιστερό, μπλέ κι ατελείωτο τόσο όσο και ο ουρανός. Ταξίδευα ανάμεσα σε αποχρώσεις τού μπλέ, αυτό συνέβαινε! Γαλάζιο, σιέλ, μπλε-μαύρο, ούτε που ξέρω πόσα ονόματα υπάρχουν. Κι εγώ βρισκόμουν ανάμεσα στα χρώματα που δεν είχαν ονόματα. Η λογική μου γνώριζε οτι πετάγαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, οι αισθήσεις μου όμως απολάμβαναν μια ηρεμιστική, σχεδόν αποχαυνωτική αιώρηση στο φάσμα τού μπλέ.
    Για πόση ώρα έμεινα υπνωτισμένη; Στο επόμενο συνειδητό στάδιο, είδα μπροστά και κάτω, μέσα στο νερό και προς την πλευρά που έγραφε «αγαπημένη», ένα αντικείμενο, ένα παιχνίδι που μπορούσε να χωρέσει στο χέρι ενός παιδιού και να προσφέρει ώρες χαράς. ΄Ηταν πλοίο. ΄Ενα αληθινό πλοίο κι όχι ένα παιχνίδι, αλλά πάλι, εδώ που βρισκόμουν δεν είχα αποδείξεις για τίποτα. ΄Ημουν όμως σίγουρη-γι’ αυτό ήμουν-οτι ήταν το πλοίο που πάνω του ταξίδευες εσύ.
    Μαγικά-τι συνηθισμένο πιά!-το επόμενο πράγμα που ένοιωσα ήταν να βρίσκω την πιο αγαπημένη μου θέση σ’αυτή τη ζωή, σ’ αυτό τον κόσμο και σ’ αυτές τις διαστάσεις:την αγκαλιά σου.
    Η πληρότητα της και το λίκνισμα που παρέμενε στο σώμα μου απ’ το ταξίδι-ή μήπως απ’ το πλοίο;-απαντούσαν στις επιθυμίες μου, που ψιθύριζα συχνά όταν ήμουν μόνη.
    Εκεί με είχε φέρει το θαύμα τού γράμματός σου, εκεί θέλησα να παραμείνω κι εκεί ξύπνησα αγάπη μου. Τώρα είμαι σίγουρη οτι με κάποιο τρόπο, αν και μάλλον όχι πάνω σε χαρτιά, θα διανύσουμε την απόσταση που μας χωρίζει και θα συναντηθούμε. Τώρα θα είναι για πάντα έτσι;
    Σε περιμένω να πετάξεις κοντά μου.
    Η αγαπημένη σου…

Advertisements

About Elisabeth P

My websites: womaneveryday με σκέψη για όλα-σχεδόν(https://womaneveryday.wordpress.com/), Climate Change-Human Case/Κλιματική Αλλαγή-Ανθρώπινη Υπόθεση (https://climatechangeplanet.wordpress.com/), The World The People ...and the truth (https://theworldthepeople.wordpress.com/)
This entry was posted in Το χρώμα της μέρας and tagged , , , , . Bookmark the permalink.