Παραμύθι

    Σήμερα θέλω να διηγηθώ ένα παραμύθι.
Το έχω διαβάσει πριν πολλά χρόνια σε μια μετάφραση στα αγγλικά απο τα ρώσσικα. 
Η ανάμνησή του δεν είναι ξαφνική και πρόσφατη.
Το έχω ανακαλέσει και το έχω διηγηθεί προφορικά πολλές φορές στο παρελθόν. ΄Οχι σε παιδάκια· σε συνομηλίκους ή μεγαλύτερούς μου! Σε καμμία περίπτωση δεν κατάφερα να ολοκληρώσω την διήγηση χωρίς να δακρύσω, ίσως γιατί ακριβώς η φόρτιση που προκαλούσε την ανάμνησή του, εκτονωνόταν με δάκρυα που έφερνε η διήγηση και αυτό που-εγώ τουλάχιστον-αντιλαμβάνομαι σαν το νόημά του.

     Ομολογώ πως πήρα την ιδέα της δημοσίευσης απο άρθρο υπέροχων “συναδέλφων” bloggers .
    Αυτό που θα κάνω εδώ είναι μια μετάφραση απο τα αγγλικά και με κάθε σεβασμό στο κείμενο, μια συντόμευση τής ιστορίας.

 
                                        Alexander Kuprin 
                                               KISMET 
                               ΄Ενας μύθος της ανατολής

   Σε μέρες περασμένες, σε μια μικρή αλλά οικονομικά ανθηρή πόλη, ζούσε ένας έμπορος που εμπορευόταν χαλιά, ελεφαντόδοντο, μπαχαρικά και ροδέλαιο. Η εξυπνάδα, η ευγένεια, η ευσέβεια και η ακεραιότητά του αλλά και ο άψογος τρόπος που διαχειριζόταν τις δουλειές του, του εξασφάλιζαν την γενική εμπιστοσύνη και εκτίμηση.
   Κάποια μέρα εμφανίστηκε μια ευκαιρία για να αποκτήσει ένα μεγάλο φορτίο σκόνης χρυσού σε χαμηλή τιμή και να την μεταπωλήσει με κέρδος τόσο ψηλό που θα τριπλασίαζε την περιουσία του. Για να συγκεντρώσει όμως το ποσό που χρειαζόταν, έπρεπε να συμβάλει όχι μόνο όλα του τα χρήματα αλλά να δανειστεί κι επιπλέον να πουλήσει όλα του τα εμπορεύματα σε τιμές ευκαιρίας. Αφού μέτρησε προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά, είδε οτι η συμφωνία ήταν επικερδής και η μόνη περίπτωση για να αποτύχει θα ήταν αν η Μοίρα στρεφόταν εναντίον του· οπότε αποφάσισε να διακινδυνεύσει όλη την περιουσία και την τύχη του στην αποστολή.
   Μέσα σε μια βδομάδα έκανε όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες, χωρίς να αποκαλύψει σε κανένα μέλος τού σπιτικού του το μυστικό, όπως αρμόζει σ’ έναν οξυδερκή και προσεκτικό άνθρωπο. Τις μικρές ώρες τής νύχτας της Πέμπτης-μια ευοίωνη ώρα για όλες τις επιχειρήσεις του-είπε στον μεγαλύτερο γιό του. «Σέλωσε την φοράδα για σένα και το μουλάρι για μένα.»
   Ο γιός του υπάκουσε χωρίς ερωτήσεις, όπως ήταν το συνήθειό του. ΄Εβαλε σε κάθε πλευρά του σαμαριού τις δύο δερματινες τσάντες που του είχε δώσει ο πατέρας του. Οι δυό τους είπαν μια σύντομη προσευχή για τον δρόμο κι αναχώρησαν την αυγή. Ο πατέρας πήγαινε μπροστά, ο γιός λίγο πιό πίσω.
    Ο δρόμος τους ανοιγόταν κάτω απο καλό άστρο και οι συμφωνίες τους κλείστηκαν τόσο σύντομα και με τέτοιο κέρδος που φόβισαν τον έμπορο που δεν έπαυε να προσεύχεται στον Θεό για να ξορκίσει το κακό.
…με πολλά και απρόσμενα κέρδη, πήρε τον δρόμο για την αγορά της σκόνης χρυσού.
    Μια μέρα πριν φθάσουν στον προορισμό τους, σταμάτησαν σ’ ένα πανδοχείο για να φάνε και να περάσουν την νύχτα. Ενώ ο γιός τακτοποιούσε τα ζώα στον σταύλο, ο πατέρας με τις δύο τσάντες απ’ την σέλλα μπήκε στο χώρο που θα έτρωγαν.
    Στο μεταξύ, έφθασε μια θορυβώδης παρέα που παράγγειλε κρασί. Μέθυσαν, τραγουδούσαν, φώναζαν, απειλούσαν, έβριζαν και άρχισαν να βγαίνουν μαχαίρια.
    «Θα γίνει φασαρία, ας φύγουμε» είπε ο έμπορος.
    Μέσα στο σκοτάδι, ετοίμασαν τα ζώα και έφυγαν με καλπασμό μέχρι που η φασαρία και οι φωνές δεν ακούγονταν πιά. ΄Οταν όλα γύρω ήταν ήσυχα, ο πατέρας σταμάτησε το μουλάρι του, έμεινε για λίγο συλλογισμένος και είπε στο γιό του:
«Σταμάτα! Επιστρέφουμε!»
    Στο πανδοχείο επικρατούσε νεκρική σιγή. Κανένας δεν είχε μείνει ζωντανός. Μόνο πτώματα και λίμνες αίματος. Ο πανδοχέας και οι υπάλληλοι είχαν φύγει ή είχαν κρυφτεί. 
    Τότε ο έμπορος κατευθύνθηκε στο τραπέζι που είχαν γευματίσει νωρίτερα, σήκωσε απο τον πάγκο τις δύο δερματινες τσάντες τους και τις έριξε στον ώμο του. Ο γιός δεν είχε αντιληφθεί ως τότε τις τσάντες που είχαν αφήσει πίσω στην βιασύνη τους και ο πατέρας δεν είπε λέξη.
    Κάλπασαν για πολλές ώρες, με τον φόβο πως θα τους καταδιώξει η αστυνομία που θα έβρισκε τους νεκρούς στο πανδοχείο και θα ήταν δύσκολο να αποδείξουν την αθωότητά τους.
    Με το χάραμα, έφθασαν σ’ ένα ρυάκι, κρυμμένο σε σκιερό μέρος τού δάσους. Ξεπέζεψαν και κάλεσε το γιό του κοντά του.
    Κάθισαν στο χορτάρι ο πατέρας άνοιξε τις τσάντες και άρχισε σιωπηλά να μοιράζει το περιεχόμενο σε δύο ίσα μέρη. Διαμάντια, μαργαριτάρια και τυρκουάζ, πέτρα-πέτρα τα τακτοποίησε σε δύο σωρούς. ΄Ομοια έκανε και με τα κομμάτια χρυσαφιού αλλά και τα γραμμάτια που του είχαν δώσει για πληρωμή. Μόλις τελείωσε, ο έμπορος είπε:
    «Εδώ είναι δύο ίσα μερίδια. Το ένα απ’ τα δύο είναι δικό σου. Πάρε όποιο θέλεις, βάλε τα πάντα σε μια τσάντα και δέσε την στη σέλλα σου. Με το άλογό σου πάρε το δρόμο που θα ακουλουθούσαμε. Μετά απο λίγα λεπτά, στην διασταύρωση πήγαινε αριστερά·είναι ο συντομότερος δρόμος για το σπίτι. Να θυμάσαι: τώρα είσαι ο αρχηγός τής οικογένειας. Ζήσε με όποιον τρόπο κρίνεις κατάλληλο. Εγώ δεν είμαι σε θέση να σου δώσω συμβουλές, ούτε ευχές. Πήγαινε και μην κοιτάξεις ποτέ πίσω. Θα λείψω για πολύ καιρό, ίσως για πάντα. Φύγε.»
    Ο γιός, αφού τον άκουσε σιωπηλός, έσκυψε, φίλησε την γη μπροστά του και μετά γύρισε, καβάλησε το άλογό του και χάθηκε στο δάσος.
    Για την ώρα, αυτά είναι όσα είχα να διηγηθώ για τον έμπορο και τον γιό του.
                                                ~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κι εγώ! Η συνέχεια…σε επόμενο άρθρο.
   

 

Advertisements

About Elisabeth P

My websites: womaneveryday με σκέψη για όλα-σχεδόν(https://womaneveryday.wordpress.com/), Climate Change-Human Case/Κλιματική Αλλαγή-Ανθρώπινη Υπόθεση (https://climatechangeplanet.wordpress.com/), The World The People ...and the truth (https://theworldthepeople.wordpress.com/)
This entry was posted in Διάβασα Είδα and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Παραμύθι

  1. antikleidi says:

    αναμένουμε με αγωνία το β μέρος

  2. Pingback: Το παραμύθι συνεχίζεται | womaneveryday

Comments are closed.