Ελλάδα, να μείνω ή να φύγω;

Τόπος: Ελλάδα.
Χρόνος: «Σαν να ήταν χθες» λέει, αλλά δεν γεννήθηκε χθες.
Συγκυρία: Μια εποχή που ο πατριωτισμός ήταν ψιλομπερδεμένη έννοια με τάση προς τον αυτοεξευτελισμό και την ιλαροτραγωδία και η παιδεία έπαιζε το ρόλο τού κόλακα για το παράλογο.
Χαρακτήρας: Για μύριους ανεξερεύνητους λόγους, έχει την τάση να φεύγει-κυριολεκτικά. Απο τα ανακόλουθα όσο και απο τα πολύ εύκολα. Απο όπου δεν βρίσκει λόγο να παραμείνει. 
Επιθύμησε σε ανύποπτο χρόνο να φύγει κι απ’ τη χώρα.
Χώρα γενικά. ΄Οπως λέμε κτήρια, δρόμοι, διαβατήριο, οικογένεια, χάρτης…
Μάλλον δυσκόλευε παρά διευκόλυνε τα σχέδια και τα όνειρά της η γεωγραφία
τής γέννησής της.
Ωστόσο δεν αναρωτήθηκε, δεν προβληματίστηκε, δεν υπερηφανεύτηκε, ούτε ντράπηκε ποτέ για τον τόπο που είχαν εγκατασταθεί κάποιοι άνθρωποι στο μακρινό παρελθόν και είχαν την καλοσύνη να γεννοβολήσουν τόσο ώστε να συμβεί κι η δική της γέννηση-έχει το δέντρο ψιλοεύκαιρο.
Γιατί πρέπει να προσθέσω και την πεποίθησή της πως οι νεοέλληνες-οι μετά το 1821-είμαστε κάτι σαν…αδέλφια αγνώστου πατρός κι αυτό δεν το βλέπει για κακό. 
«΄Οποιος έχει πρόβλημα…δικό του πρόβλημα. Κάποιοι ήρθαν, κάποιοι έφυγαν, να ‘μας κι εμάς λοιπόν…!»
Υπήρξε μία αφορμή-δεν ήταν παραπάνω-στη ζωή της, που χρειάστηκε να αποφασίσει αν τελικά ένοιωθε καλά μ’ αυτόν τον τόπο.
΄Ηταν στη διάρκεια της πρώτης νεότητάς της, όταν διάβαζε για τη ζωή των γυναικών σε μερικές χώρες. Εκεί που τις έκαιγαν, τις ακρωτηρίαζαν, τις υπέβαλαν σε βασανιστήρια, σε περιορισμούς και σε μαρτύρια που της φαίνονταν λόγοι ικανοί για να μην θέλει να ζει κάποιος σε μια χώρα. Γιατί έμεναν; Γιατί υπέμεναν; Σχεδόν θύμωνε μαζί τους για τα δικά τους μαρτύρια και για την παραμονή τους εντός της συνεχόμενης κίτρινης γραμμής τού χάρτη που τη λένε σύνορα και που έκλεινε την αξιοπρέπεια τους απέξω.
Χρειάστηκε τότε λοιπόν να προσδιορίσει τη δική της σχέση με τη χώρα που είχε γεννηθεί. Αποφάσισε οτι ήταν ήσυχα, ούτε κρύο, ούτε ζέστη, ούτε έπεφτε στα πατώματα, ούτε πέταγε στους ουρανούς εξαιτίας του γεγονότος.
΄Ηταν σε καλύτερη μοίρα απο ‘κείνες τις γυναίκες και σ’ εκείνη τη χρονική περίοδο αυτό της ήταν αρκετό. Δεν έπαψε να φιλοξενεί μέσα της το σπόρο της φυγής αλλά στο μεταξύ η ζωή συνεχίστηκε και παγιώθηκε. Ζούσε εδώ και…ήταν καλά.
Μόνο όταν επέστρεφε απο ταξίδια, για λίγες μέρες η οπτική της παρέμενε αλλοιωμένη απο τις εντυπώσεις άλλων χώρων και χωρών. Τη Βουλιαγμένης, την σιχαινόταν γιατί συγκέντρωνε τις πρώτες εικόνες απο την δική της πατρίδα που ήταν κακόγουστες, κακοφτιαγμένες, παραμελημένες ή κατεστραμμένες. Η σύγκριση την απογοήτευε. Αργότερα η διαδρομή άλλαξε και η εικόνα εξωραϊστηκε. Η αλήθεια όμως;
Η καθημερινότητα γίνεται ένας γίγαντας που καταπίνει αδιακρίτως σημαντικά και ασήμαντα. Σου κρύβει τον ορίζοντα και σου τρίβει στη μούρη τους τοίχους, το βιοπορισμό, την καριέρα, τον εαυτό…ξέρουμε. Ζεις και πορεύεσαι και όλα γλιστράνε. Είναι σαν το τραίνο με το σταθμό. Ξέρεις τους νόμους της φυσικής, αλλά κάθε φορά που αναχωρείς ο σταθμός κινείται.
΄Ιδια είναι η σχέση εαυτού-περιβάλλοντος. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, περνάει ο καιρός…
   
Ξημερώνει λοιπόν ένα πρωί, στον ίδιο τόπο που δεν την είχε βασανίσει ούτε ευνοήσει ποτέ.
Αφού της έχουν κατά καιρούς πει τα ακατονόμαστα, της λένε και πως βρισκόμαστε σε κρίση.
«΄Ανοιξε κανένα βιβλίο αγαπητέ! Σε κρίση ήμαστε απο τότε που ήμουν αθώο βρέφος, εσύ τώρα το είδες;»
Το ‘χει δύσκολο να αναθεωρεί τις “ατράνταχτες” απόψεις της.΄Οταν χρειάζεται το κάνει, όχι όμως επειδή της το λέει άλλος-οποιοσδήποτε!
«Κρίση είναι, θα περάσει. Σιγά!»
Δεν το θέλεις, κι ό,τι δεν θέλεις νομίζεις πως δεν θα συμβεί ποτέ.
Αυτά που έχεις διαβάσει σε βιβλία, που έχεις δει σε ντοκυμανταίρ, που σου έχουν διηγηθεί, που έχεις συμπεράνει, είναι ιστορία-δεν είναι η ζωή που ζεις.
Πείστηκε!
΄Οταν ο υγιής μισθός της δεν ήταν πιά αρκετός και όλο συρρικνωνόταν.
΄Οταν όσα είχε πληρώσει και καταβάλλει για πολλά χρόνια χωρίς αντίκρισμα, της δήλωσαν πως δεν ήταν αρκετά και χρειαζόταν να δώσει κι άλλα.
΄Οταν η στέγη, η τροφή και η ψυχαγωγία έγιναν πολυτέλειες.
΄Οταν εκείνα που με τη δουλειά της απολάμβανε σαν δικαιώματα, ξαφνικά θεωρήθηκαν παροχές και δανεικά.
΄Οταν η υποψία της πως “είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό” έγινε βεβαιότητα.

Βρίσκεται στη θέση που χρειάζεται να αποφασίσει: Θέλει να συνεχίσει να ζει σ’ αυτή τη χώρα;
Πρόκειται για μια σχέση που δεν επανορθώνεται. Προδόθηκε, αδικήθηκε, εξαπατήθηκε. 
Αντιμετωπίζει το δίλημμα να επιλέξει ανάμεσα στην ανύπαρκτη πατρίδα και στο “όπου γη και πατρίς”. Ανάμεσα σε δύο ανασφάλειες, αυτή που σε έχει ήδη απογοητεύσει είναι η χειρότερη.

Θα λέει πως δεν εργάστηκε, δεν διεκδίκησε, δεν προσαρμόστηκε, δεν συμμορφώθηκε, δεν ήλπισε, δεν κοπίασε, δεν έδωσε, δεν συνέβαλε, δεν έζησε εδώ.
Θα λέει πως ήταν αλλού και πως αλλού θέλει να βρίσκεται, αλλιώς θα θυμώσει με τον εαυτό της όπως με τις γυναίκες που τις ακρωτηριάζουν, τις βασανίζουν, τις καίνε, τις κακοποιούν, τις εξευτελίζουν, τις περιορίζουν κι αυτές μένουν…στην πατρίδα τους. 

foto: http://en.wikipedia.org/wiki/File:Lange-MigrantMother02.jpg 

Advertisements

About Elisabeth P

My websites: womaneveryday με σκέψη για όλα-σχεδόν(https://womaneveryday.wordpress.com/), Climate Change-Human Case/Κλιματική Αλλαγή-Ανθρώπινη Υπόθεση (https://climatechangeplanet.wordpress.com/), The World The People ...and the truth (https://theworldthepeople.wordpress.com/)
This entry was posted in Για δεύτερη σκέψη and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.