Το παραμύθι συνεχίζεται

                                                                                                    
                                                ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

    Σε μια φημισμένη και πανέμορφη πόλη, την πρωτεύουσα ενός ισχυρού βασιλείου, ήταν η παραμονή μιας μεγάλης γιορτής. Απο το χάραμα, όλοι οι πολίτες, απο τον συμπονετικό και ισχυρό βασιλιά, μέχρι τον πιο φτωχό απ΄τους εργάτες, νήστευαν μέχρι να πέσει το σκοτάδι. Μόνο τη δίψα τους επέτρεπε ο νόμος να σβήσουν, πλένοντας το στόμα τους με καθαρό νερό. Η αναμονή όμως ήταν για μιά γιορτή με πάμπολλα κρεατικά, γλυκά, φρούτα, κρασί και κάθε λιχουδιά τής γης.
    Υπήρχε στη χώρα ένα έθιμο που προερχόταν απ’ την σεβαστή παράδοσή τους: φτωχοί, ορφανά, μοναχικοί ηλικιωμένοι ή ξένοι απο μακρινούς τόπους, χωρίς στέγη για την νύχτα, ήταν προσκαλεσμένοι απ’ όλες τις οικογένειες για την γιορτή. Την παράδοση τιμούσαν εξίσου στα παλάτια των πλουσίων, όσο και στις καλύβες των φτωχών.
    Βγαίνοντας μετά την προσευχή του, ο πιό έντιμος και σεβάσμιος κάτοικος της πόλης, πριν τη δύση του ήλιου, απευθυνόταν στους κατοίκους λέγοντας:
    «Φίλοι μου, ακούστε την απαίτησή μου και προσκαλέστε στην κατοικία μου όλους τους φτωχούς που θα δείτε στους δρόμους και στα καφενεία. ΄Οσο πιό αδύναμοι, 
καταφρονεμένοι και αβοήθητοι είναι, τόσο μεγαλύτερες οι τιμές που θα απολαύσουν.»
    Τα πλούτη αυτού του ανθρώπου ήταν αμύθητα: τα καραβάνια του ταξίδευαν στα πιο μακρινά μέρη της χώρας· τα καράβια του αρμένιζαν σε πολλά μέρη του κόσμου· η ομορφιά απ’ τα μαρμάρινα παλάτια του με τους μεγάλους κήπους και τα δροσερά συντριβάνια, θάμπωναν τα μάτια. Ο πλούτος του τού εξασφάλιζε τιμές και σεβασμό· η ευγενική, στοργική ψυχή του και η σοφία του, του εξασφάλιζαν καθολική αγάπη. Οι ελεημοσύνες προς τους φτωχούς, ποτέ δεν μειώνονταν· ποτέ δεν εγκατέλειπε έναν άτυχο φίλο σε στιγμές ανάγκης και οι συμβουλές του στα πιό δύσκολα θέματα ήταν τόσο διορατικές και πολύτιμες που ακόμα και ο βασιλιάς που θεωρούνταν ενσάρκωση των προφητών στη γη τις λάμβανε υπόψη του.
    Ακούγοντας το αίτημά του, οι φίλοι του υποσχέθηκαν να το εκπληρώσουν το συντομότερο. ΄Ενας απ’ αυτούς πρόσθεσε:
    «Σοφέ, προστάτη των φτωχών και πολύτιμε συμβουλάτορα! ΄Ενας απ’ τους υπηρέτες μου μού διηγήθηκε κάτι γυρίζοντας απ’ τα λουτρά, που όπως γνωρίζεις επισκέπτονται οι πάντες αυτές τις μέρες.
΄Ηταν ένας άντρας εκεί, υπέργηρος και άπορος τόσο που δεν έχει ξαναφανεί στην πλούσια γη μας, ο οποίος είναι ο πιό στερημένος απ’ όλους τους ζητιάνους. Παλιά σανδάλια, μια δερμάτινη σακούλα και τα κουρέλια που έχει ριγμένα πάνω του· τίποτε άλλο.
   ΄Οταν ο γκριζομάλλης πήγε να ντυθεί μετά το λουτρό, είδε πως η τσάντα της ζητιανιάς του και τα σανδάλια του είχαν κλαπεί-περισσότερο σαν κακό αστείο νομίζω, παρά για να τα οικειοποιηθεί κάποιος-και του είχαν απομείνει μόνο τα κουρελιασμένα ρούχα του. ‘ Ολοι οι παρόντες οργίστηκαν και τον συμπόνεσαν αλλά η κατάπληξη που ένοιωσαν ξεπέρασε κάθε συναίσθημά τους όταν είδαν το πρόσωπο τού γέρου να είναι κάθε άλλο παρά λυπημένο ή θυμωμένο· έλαμπε απο χαρά και ευθυμία. Σήκωσε τα χέρια του και ευχαρίστησε το Θεό και την μοίρα με λόγια τόσο εξαίσια, ειλικρινή και παθιασμένα που σώπασαν έκπληκτοι και απομακρύνθηκαν απο κείνον. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο ήθελα να σου μιλήσω μεγάλε δωρητή, αν και εμένα μου φαίνεται μάλλον τρελλός.»
  
 Ο φημισμένος και πλούσιος άντρας κούνησε το κεφάλι του και είπε:
«Δεν ξέρουμε αν είναι τρελλός ή άγιος. Φέρε τον στο σπίτι μου φίλε μου όσο πιό σύντομα μπορείς και θα είναι επίτιμος καλεσμένος στο γεύμα μου.»
                                            ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η συνέχεια πολύ σύντομα στις οθόνες σας!

Advertisements

Σχολιάστε

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s