Τελειώνει το παραμύθι..!

         
                                  ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~                

   ΄Οταν η πολυαναμενόμενη στιγμή έφθασε και τα φώτα λαμπύριζαν σε κάθε σπίτι τής πρωτεύουσας και το άρωμα απ΄τα φαγητά και τα μπαχαρικά σε όλους τους φούρνους τής πόλης πλημμύριζαν τον νυχτερινό αέρα, ο γέρος ζητιάνος οδηγήθηκε στο σπίτι τού πλούσιου άνδρα. Ο οικοδεσπότης τον συνάντησε στην αυλή, πήρε με σεβασμό το χέρι του και υποστηρίζοντάς τον, τον οδήγησε στην τραπεζαρία, όπου τοποθέτησε τον σεβάσμιο άνδρα στην κορυφή του τραπεζιού και πήρε όλα τα πιάτα απ’ τους υπηρέτες για να σερβίρει τον επίτιμο καλεσμένο με την καλύτερη μερίδα απ’ όλα τα κρεατικά.
   ΄Ολοι οι παρόντες ήταν ευχαριστημένοι βλέποντας την λάμψη της ευγένειας στο πρόσωπο του ηλικιωμένου και ο οικοδεσπότης, που συγκινήθηκε απ’ τα γκρίζα του μαλλιά και την ήρεμη χαρά του, τον ρώτησε:
    «Πες μου, σεβάσμιε, αν μπορώ να σε χαροποιήσω εκπληρώνοντας κάποια ευχή σου μεγάλη ή μικρή.»
    Και ο γέροντας απάντησε μ’ ένα χαμόγελο:
    «Φέρε όλα σου τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών σου κοντά μου για να τους δώσω τις ευχές μου.»
    Και οι τέσσερεις μεγάλοι γιοί του φημισμένου εμπόρου και τα τρία νεαρά εγγόνια του, τον πλησίασαν ένας ένας κατά ηλικία και ο καθένας γονάτισε μπροστά στα πόδια του και ο γέρος άνδρας έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του καθενός.
    Αφού τελείωσε αυτό το τελετουργικό, ο οικοδεσπότης ζήτησε απ’ τον γέροντα να ευλογήσει και τον ίδιο. Εκείνος, όχι μόνο του έδωσε τις ευλογίες του αλλά τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
    Ο φημισμένος έμπορος σηκώθηκε πλημμυρισμένος συναισθήματα και είπε:
    «Συγχώρα με σεβάσμιε για την ερώτηση που θα σου κάνω και πίστεψέ με δεν με οδηγεί η περιέργεια. Απ’ την στιγμή που μπήκες στο σπίτι μου σε κοιτώ επίμονα· δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου απ’ το πρόσωπό σου που μου φαίνεται όλο και πιό οικείο και αγαπητό κάθε στιγμή. Μήπως θυμάσαι να έχουμε συναντηθεί στο μακρινό παρελθόν;»
    «Ασφαλώς σε συγχωρώ τέκνο μου και θα ήθελα να σου κάνω με την σειρά μου μια ερώτηση. Θυμάσαι ένα σκιερό μέρος τού δάσους, δίπλα σ’ ένα ρυάκι, μια φοράδα κι ένα μουλάρι δεμένα σ’ ένα δέντρο και δύο ανθρώπους σ’ ένα κυκλικό ξέφωτο-τον πατέρα με τον γιό του-που άδειασαν τις τσάντες τους που ήταν γεμάτες με πολύτιμους λίθους και χρυσάφι και τα μοίρασαν όλα σε δύο ίσα μέρη;»
    Κι ο έμπορος γονάτισε στο έδαφος μπροστά στο γέροντα και φίλησε την γη και αναφώνησε καθώς σηκώθηκε: 
    «Πατέρα μου αγαπημένε, ευχαριστώ τον Θεό τον Μεγαλοδύναμο που σ’ έφερε στα μέρη αυτά. Κοίταξε, εδώ είναι το σπίτι σου κι εδώ είμαι κι εγώ με τα παιδιά μου και τους υπηρέτες σου.»
    Και στάθηκαν αγκαλιασμένοι για ώρα με δάκρυα χαράς να τρέχουν. ΄Ολοι ήταν δακρυσμένοι. ΄Οταν ηρέμησαν, ο σπουδαίος έμπορος, ρώτησε τον πατέρα του:
    «Πες μου τώρα πατέρα, γιατί εκείνη την μέρα πριν τόσο πολύ καιρό, μοίρασες όσα είχαμε και γιατί είπες πως θα χωριστούμε για μεγάλο διάστημα, αν όχι για πάντα;»
    Ο γέροντας απάντησε:
    «΄Οταν ξεκινήσαμε, είχαμε με το μέρος μας απαράμιλλα καλή τύχη, αν θυμάσαι. Δεν έπαυα να ευλογώ τον Θεό απο φόβο πως θα μας ζηλέψει η μοίρα. ΄Οταν επιστρέψαμε σε κείνο το πανδοχείο και βρήκα άθικτες τις τσάντες μας αν και εκτεθειμένες σε κοινή θέα και σε πιθανή κλοπή, κατάλαβα πως η τύχη είχε ξεπεράσει οτιδήποτε είχε συμβεί ποτέ σε θνητό και οτι μας επεφύλασσε μεγάλη σειρά απο ατυχίες και θλίψεις. Για να σώσω εσένα, τον πρωτότοκο γιό μου απο την επερχόμενη συμφορά, αποφάσισα να σε αφήσω παίρνοντας την αναπόδραστη μοίρα μου μαζί μου, γιατί όπως λένε: είναι ο τρελλός  που αναζητάει καταφύγιο απο την καταιγίδα κάτω απο ένα δέντρο, αυτός που προσελκύει τον κεραυνό… Δες την δυστυχία και την εξαθλίωση που έπεσαν πάνω μου μετά τον χωρισμό μας και πες μου αν δεν φάνηκα μυαλωμένος που έπραξα έτσι τότε.»
   ΄Ολοι οι ακροατές υποκλίθηκαν στον ηλικιωμένο θαυμάζοντας την σοφία του και την μεγάλη του αγάπη για την οικογένεια που είχε αφήσει.
   ΄Ενας απο τους μεγαλύτερους και πιο αξιοσέβαστους καλεσμένους τον ρώτησε:
    «Γιατί αδελφέ του θείου μου, χάρηκες σήμερα τόσο πολύ αντί να θρηνήσεις, μόλις έμαθες πως τα μοναδικά πράγματα που είχες στην κατοχή σου τα είχαν κλέψει; Σε ικετεύω, μην εξοργιστείς με την αδιάκριτη ερώτησή μου, αλλά σε παρακαλώ απάντησέ μου.»
    Ο γέροντας του απάντησε με καλοσυνάτο χαμόγελο:
    «Χάρηκα τόσο γιατί είχε φθάσει για μένα εκείνη η στιγμή που η μοίρα μου είχε κουραστεί να με καταδιώκει. Μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο όν πιό άτυχο και άπορο απο έναν ζητιάνο που του κλέβουν την τσάντα με τα υπάρχοντά του; Καμμία μεγαλύτερη κακοτυχία δεν θα μπορούσε πλέον να πέσει πάνω μου. Ορίστε! δεν είχα δίκιο; Δεν βρήκα-την ίδια κιόλας μέρα-τον γιό μου και τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του; Και τώρα μπορώ να ζήσω μέχρι το τέλος των ημερών μου μέσα σε αγάπη, ευχαρίστηση και ηρεμία χωρίς φόβο πως θα προκαλέσω πάνω τους κακή τύχη.»
   ΄Ολοι υποκλίθηκαν πάλι και φώναξαν με μια φωνή:
    «Κισμέτ!»
                                             ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς….καλύτερα!!
(Τι νομίσατε;!)

Σχολιάστε

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s